«Αν είχα χίλιες σφαίρες θα…»: Προκλητικός και αμετανόητος ο 54χρονος φονιάς του Νικήτα
Η Κρήτη, ένας τόπος που συχνά ισορροπεί ανάμεσα στην περηφάνια και την τραγωδία, βρίσκεται για ακόμα μια φορά στο επίκεντρο της επικαιρότητας με τον πιο σκοτεινό τρόπο. Η δολοφονία του 21χρονου Νικήστρατου στην Αμμουδάρα Ηρακλείου δεν είναι απλώς ένα ακόμα αστυνομικό ρεπορτάζ, αλλά μια υπόθεση που «ξεγυμνώνει» το πρόσωπο της απόλυτης αντεκδίκησης και της έλλειψης κάθε ίχνους μεταμέλειας.
Όταν ο 54χρονος Κώστας Παρασύρης οδηγήθηκε ενώπιον των αρχών, κανείς δεν περίμενε ότι οι λέξεις του θα ήταν τόσο «αιματηρές» όσο και οι έξι σφαίρες που αφαίρεσαν τη ζωή ενός νέου ανθρώπου. Οι λεπτομέρειες της απολογίας του, που φέρνει στο φως το Athensmagazine.gr, προκαλούν ανατριχίλα και θέτουν σοβαρά ερωτήματα για το πού σταματά ο πόνος της απώλειας και πού ξεκινά η κτηνωδία.
Η ατάκα που «πάγωσε» τους δικαστές και η κυνική παραδοχή
Δεν είναι συνηθισμένο στα δικαστικά χρονικά ένας κατηγορούμενος για ανθρωποκτονία να εμφανίζεται τόσο προκλητικά αμετανόητος. Ο 54χρονος, αντί να προσπαθήσει να ψελλίσει μια συγγνώμη ή να επικαλεστεί τη σύγχυση της στιγμής, επέλεξε να επιτεθεί στη μνήμη του θύματος με μια φράση που θα μείνει χαραγμένη στη μαύρη ιστορία της Κρήτης. «Αν είχα χίλιες σφαίρες, χίλιες θα του έπαιζα, αλλά είχα μόνο έξι…», φέρεται να είπε, σύμφωνα με πληροφορίες του cretalive.gr. Η δήλωση αυτή δεν δείχνει μόνο έναν άνθρωπο που δεν μετανιώνει, αλλά έναν άνθρωπο που λυπάται μόνο για το γεγονός ότι δεν είχε τη δυνατότητα να προκαλέσει ακόμα μεγαλύτερη ζημιά. Η κυνικότητα αυτή αποδεικνύει πως το έγκλημα δεν ήταν μια απλή αντίδραση, αλλά μια συνειδητή επιλογή εκτέλεσης, που πήγαζε από ένα μίσος που δεν έσβησε ούτε με τον θάνατο.
Το άλλοθι της «παράδοσης» και το όπλο στο μνημόσυνο
Ένα από τα πιο πολυσυζητημένα σημεία της απολογίας του Παρασύρη ήταν η εξήγηση για το πώς βρέθηκε οπλισμένος τη μοιραία στιγμή. Ο 54χρονος επιχείρησε να «ντύσει» την οπλοφορία του με το μανδύα των κρητικών εθίμων, υποστηρίζοντας ότι το όπλο το είχε μαζί του λόγω του μνημοσύνου του ανιψιού του που είχε προηγηθεί. Όπως ισχυρίστηκε, σκόπευε να ρίξει «δύο μπαλωθιές στον αέρα» προς τιμήν της μνήμης του παιδιού, μια πρακτική που, αν και παράνομη, παραμένει ριζωμένη σε πολλές περιοχές της μεγαλονήσου. Ωστόσο, ο ίδιος υποστήριξε πως δεν το έπραξε τελικά στο μνημείο, επειδή υπήρχε «πολύς ξένος κόσμος». Η μοίρα όμως —ή μάλλον οι επιλογές του— τον έφεραν λίγο αργότερα αντιμέτωπο με τον 21χρονο Νικήστρατο, και τότε οι μπαλωθιές της τιμής μετατράπηκαν σε δολοφονικές βολές κατά ενός στόχου που ο δράστης είχε ήδη «δικάσει» μέσα στο μυαλό του.
Μια ζωή βυθισμένη στο σκοτάδι και η εμμονή με την απώλεια
Προσπαθώντας να δικαιολογήσει το αδικαιολόγητο, ο δράστης περιέγραψε μια ζωή που σταμάτησε τον Οκτώβριο του 2023, όταν έχασε το δικό του μοναχοπαίδι σε τροχαίο. «Έσβησε για μένα το φως της ζωής. Έγινα σκιά του εαυτού μου», ανέφερε χαρακτηριστικά, θέλοντας να δείξει πως η ψυχική του κατάσταση ήταν τέτοια που δεν τον άφηνε να σκεφτεί καθαρά. Η καθημερινότητά του, όπως την περιέγραψε, ήταν ένας φαύλος κύκλος ανάμεσα στο σπίτι, το νεκροταφείο και τις δικαστικές αίθουσες, αναζητώντας μια δικαιοσύνη που, όπως πίστευε, δεν ερχόταν ποτέ. Αυτό το αίσθημα της αδικίας λειτούργησε ως «καύσιμο» για την πράξη του, μετατρέποντάς τον από πενθούντα πατέρα σε δήμιο. Ωστόσο, η κοινωνία αναρωτιέται: μπορεί ο πόνος ενός πατέρα να χρησιμοποιηθεί ως «ελευθέρας» για να αφαιρέσει τη ζωή ενός άλλου παιδιού;
Η σκιά της βεντέτας και η επόμενη μέρα για την Κρήτη
Η προφυλάκιση του 54χρονου ήταν η αναμενόμενη κατάληξη της διαδικασίας, όμως ο φόβος δεν σταματά εκεί. Η υπόθεση αυτή έχει ανοίξει ξανά τη συζήτηση για την αυτοδικία και το πώς ο κύκλος του αίματος μπορεί να συνεχιστεί αν δεν υπάρξει ψυχραιμία. Ο Νικήστρατος, ένας νέος 21 ετών, δεν είναι πια εδώ, και η οικογένειά του καλείται να διαχειριστεί μια απώλεια που ήρθε με τον πιο βίαιο τρόπο.
Την ίδια ώρα, η στάση του δράστη δείχνει πως οι πληγές στην τοπική κοινωνία είναι βαθιές. Το ερώτημα που παραμένει αναπάντητο είναι αν οι «χίλιες σφαίρες» που ονειρευόταν ο Παρασύρης θα στοιχειώνουν για πάντα τις σχέσεις των δύο οικογενειών, ή αν η δικαιοσύνη θα καταφέρει τελικά να βάλει ένα οριστικό τέλος σε αυτή την τραγωδία, προστατεύοντας τη ζωή και την ηρεμία στο νησί.
Αναλυτικά η απολογία του
Ο 54χρονος υποστήριξε για το όπλο με το οποίο πυροβόλησε έξι φορές τον 21χρονο, ότι το είχε στο μνημόσυνο του ανιψιού του, μετά το οποίο είχε τη μοιραία για τον νεαρό Νικήστρατο συνάντηση «προκειμένου παίξω στον αέρα δύο μπαλωθιές προς τιμήν της μνήμης του παιδιού, όπως συνηθίζεται στα μέρη μας, πλην όμως λόγω του ότι μαζεύτηκε πολύς ξένος κόσμος στο μνημόσυνο – συναπαντήματα πάνω από το μνημείο των παιδιών μας, εντέλει δεν το έπραξα».
Θέλοντας να υποστηρίξει ότι οι πράξεις του προκλήθηκαν από το αίσθημα ότι δεν είχε αποδοθεί δικαιοσύνη είπε ότι «η ζωή μου σταμάτησε στις 20-10-2023. Από την ημέρα που έχασα το μοναχοπαίδι και μοναχογιό μου, έσβησε για μένα το φως της ζωής». Έγινα σκιά του εαυτού μου. Δεν υπήρχε κανένας πλέον λόγος να ζω. Είχα παραιτηθεί. Κοιμόμουν (όποτε κοιμόμουν) και ξυπνούσα με τον πόνο της απώλειας του παιδιού μου. Η ζωή μου ήταν νεκροταφείο – σπίτι – νεκροταφείο και Δικαστήρια».
«Εδώ και δυόμιση χρόνια δυστυχώς δεν έβλεπα καμία πρόοδο. Την ήδη επιβεβαρυμένη ψυχική μου κατάσταση επιδείνωσε και το γεγονός ότι ο συγχωρεμένος κυκλοφορούσε ελεύθερος χωρίς καμία τιμωρία, δεν είχε καν ασκηθεί ποινική δίωξη εις βάρος του για οποιοδήποτε αδίκημα» συνέχισε ο 54χρονος, ο οποίος επέμεινε στον ισχυρισμό του ότι «πολλές φορές όταν με συναντούσε στο δρόμο (σ.σ. ο 21χρονος) με ειρωνευόταν και με χλεύαζε κάνοντας σπινιές και ελιγμούς, περνώντας έξω από το σπίτι μου και βάζοντας δυνατά μουσική, ενώ τόσο αυτός όσο και η οικογένειά του, αντί να μου εκφράσουν την συμπαράστασή τους με κάποιο – έστω – συμβολικό τρόπο, με είχαν καταγγείλει και ψευδώς ότι τάχα τους πυροβόλησα έξω από το σπίτι τους, πράγμα που δεν ήταν αλήθεια».
«Καμία δικαιοσύνη, Θεού ή ανθρώπων, δεν θα έφερνε πίσω τον Γιώργο μου, τη δύναμή μου, το γέλιο μου» συνέχισε στο ίδιο πνεύμα ενώ περιγράφοντας την ψυχολογική του κατάσταση λίγο πριν το φονικό, υποστήριξε: «Η κατάστασή μου έβαινε συνεχώς επιδεινούμενη με αποτέλεσμα τον τελευταίο καιρό να μην έχω κλείσει μάτι για τουλάχιστον 10 ημέρες. Έκλαιγα ασταμάτητα γιατί έφτανε η ημέρα της Αγίας Ειρήνης, που σαν σήμερα πριν από 9 χρόνια έχασε την ζωή του άδικα σε τροχαίο το παιδί του πρώτου μου ξαδέρφου Κωνσταντίνου Βαρότση-ο Χαρίλαος-στο ίδιο ακριβώς σημείο (στον ίδιο στύλο) που κατέληξε και ο μονάκριβός μου, ακριβώς στον ίδιο χρόνο με το γιό μου (μετά από 19 ημέρες από το συμβάν) και ο οποίος έχει ταφεί στο ίδιο μνήμα με τον γιό μου. Σημειωτέον ότι τον αδικοχαμένο γιό μου τον βάπτισα Γεώργιο προς απόδοση τιμής στον επίσης αδικοχαμένο πρώτο μου ξάδερφο Γεώργιο Βαρότση, αδερφό του Κωνσταντίνου, ο οποίος ομοίως σκοτώθηκε σε τροχαίο το έτος 1990 έξω από την είσοδο του αεροδρομίου Ηρακλείου».
Για τη στιγμή της δολοφονίας του 21χρονου, ο Κώστας Παρασύρης περιέγραψε ότι συνάντησε τυχαία τον νεαρό και θεώρησε ότι ο νεαρός τον ειρωνεύτηκε με άσεμνη χειρονομία. «Εκείνη την στιγμή έχασα την γη κάτω από τα πόδια μου, ένα μαύρο πέπλο σκέπασε το ήδη επιβεβαρυμένο και αρρωστημένο μυαλό μου, θόλωσα, περιήλθα σε κατάσταση παροξυσμού, παραληρήματος, και πλήρους ψυχικής ταραχής και άμεσα, υπό καθεστώς απύθμενου πόνου, τρομερού θυμού και τεράστιας οργής που απέκλεισαν την σκέψη μου – χωρίς να το καταλάβω – έπεσα πάνω στο αυτοκίνητο που οδηγούσε ο συγχωρεμένος. Αυτός τότε αντί να σηκωθεί να φύγει κατέβηκε από το αυτοκίνητο και μού επιτέθηκε κλωτσώντας με και με τα δύο του πόδια».
Ειδικά, δε, για τη στιγμή των 6 πυροβολισμών, προσπάθησε να δικαιολογήσει την πράξη του λέγοντας στην απολογία του «εκείνη την στιγμή, υπό καθεστώς σκληρών συναισθημάτων οργής, αγανάκτησης, θυμού και απέραντης θλίψης που με κυρίευσαν – κατέκλυσαν και που μού απέκλεισαν τον αντιληπτικό μου ορίζοντα και την ψύχραιμη και ήρεμη σκέψη και που μού καθόριζαν αιτιακά την συμπεριφορά μου, έβγαλα το περίστροφο και πυροβόλησα κατά του συγχωρεμένου ούτε θυμάμαι πόσες φορές, σκοτώνοντάς τον».
Επιμένοντας στη λογική του «θολωμένου» μυαλού για να δικαιολογήσει τη δολοφονία, ο 54χρονος είπε ακόμα «στο πρόσωπό του (σ.σ του 21χρονου) εκείνη την στιγμή δεν έβλεπα τίποτα άλλο παρά τον φονιά του γιού μου. Δεν ήμουν ο εαυτός μου. Εξάλλου, ο πραγματικός Κώστας είχε χαθεί από καιρό. Δεν όριζα τον εαυτό μου, την σκέψη μου και την συμπεριφορά μου. Ένα μαύρο πέπλο είχε σκεπάσει τον νού μου. Το μόνο που μετά βίας θυμάμαι εκείνη την στιγμή είναι την γυναίκα μου να ουρλιάζει «ΜΗ ΚΩΣΤΑ ΜΗ ΜΗ» και να κλαίει τραβώντας τα μαλλιά της μέσα από το αυτοκίνητο. Ό,τι έπραξα το έπραξα χωρίς να μπορώ να ορίζω τον εαυτό μου κατακλυσθείς από σκληρά συναισθήματα οργής, αγανάκτησης, θυμού και συνάμα απογοήτευσης από την ειρωνεία που επεδείκνυε διαχρονικά ο συγχωρεμένος, την αδράνεια και την εν γένει καθυστέρηση του συστήματος, όσο και ιδία από την αμέσως προγενέστερη της πράξης μου συμπεριφορά του. Ήμουν πλέον ένας τρελός…».