Connect with us

Υπήρξαν ένα από τα πιο επιτυχημένα καλλιτεχνικά δίδυμα των ’90s. Ο ένας, νεαρός τότε δημιουργός που έμελλε να αλλάξει ριζικά τον ήχο και τον στίχο του ελληνικού λαϊκού τραγουδιού.

Ο άλλος, ο γιος ενός θρύλου, που έπρεπε να αποδείξει ότι το επώνυμο «Κόκοτας» δεν ήταν το μοναδικό του διαβατήριο. Ο Δημήτρης Κόκοτας και ο Φοίβος συναντήθηκαν σε μια εποχή που η ελληνική δισκογραφία ήταν ανοιχτή σε νέες προκλήσεις, νέες φωνές, νέους δημιουργούς και –κυρίως– σε τραγούδια που μπορούσαν μέσα σε λίγο διάστημα να γίνουν τεράστιες επιτυχίες. Και η συνάντησή τους αποδείχθηκε καθοριστική.

Ο ίδιος ο Κόκοτας είχε αποκαλύψει πως γνώρισε τον Φοίβο στα 20 του χρόνια και μαζί έβγαλαν τον πρώτο του δίσκο. Μάλιστα, ο πατέρας του, ο σπουδαίος Σταμάτης Κόκοτας, δεν είχε αρχικά ενθουσιαστεί με την επιλογή. Προτιμούσε για τον γιο του έναν ήδη καταξιωμένο δημιουργό, τον Γιάννη Σπανό, και όχι τον νεαρό τότε Φοίβο που έκανε τα πρώτα του βήματα. Κι όμως, ο Δημήτρης πήρε το ρίσκο και εμπιστεύτηκε τον φίλο του. Και δικαιώθηκε.

Φοίβος: ο «μέντορας» μιας ολόκληρης εποχής
Οι «Διαδόσεις» κυκλοφόρησαν το 1994 και έγιναν το μεγάλο προσωπικό διαβατήριο του Δημήτρη Κόκοτα. Τραγούδια όπως τα «Διαδόσεις», «Αυτά τα χείλια», «Άντε γεια μας» και «Κι αν σ’ αγαπώ» τον έβαλαν δυναμικά στον χάρτη της ελληνικής δισκογραφίας. Ο δίσκος ξεπέρασε τις 30.000 πωλήσεις σε Ελλάδα και Κύπρο και έγινε χρυσός. Ιστορία

Ένα χρόνο αργότερα ήρθε η «Συνείδηση». Και εκεί πλέον δεν μιλούσαμε για ένα πολλά υποσχόμενο νέο όνομα. Μιλούσαμε για έναν τραγουδιστή που είχε γίνει πρωταγωνιστής. «Γιατί με τυραννάς», «Πολύ καλή για να ’σαι αληθινή», «Κι άσε να λένε», «Συνείδηση», «Ανεμώνα»… τραγούδια που συνδέθηκαν άρρηκτα με τη φωνή του και με εκείνη την ξέφρενη εποχή των ’90s.

Η τρίτη συνεργασία τους, η «Αχαριστία», ήρθε το 1997 και έγινε χρυσή από την πρώτη εβδομάδα και στη συνέχεια πλατινένια σε Ελλάδα και Κύπρο.

Ο Φοίβος δεν ήταν απλώς ένας ακόμη συνθέτης στην πορεία του Κόκοτα. Ήταν ο άνθρωπος με τον οποίο ο Δημήτρης βρήκε τα πατήματά του, τον ήχο, το ύφος και την ταυτότητα που του επέτρεψαν να σταθεί μόνος του απέναντι σε ένα τεράστιο όνομα. Γιατί πάνω από τον Δημήτρη υπήρχε πάντα η σκιά του Σταμάτη Κόκοτα. Ένα από τα μεγαλύτερα ονόματα στην ιστορία του ελληνικού τραγουδιού. Ο ίδιος ο Δημήτρης, όμως, είχε καταφέρει να κάνει κάτι δύσκολο: να ακούγεται το «Κόκοτας» και ο κόσμος να σκέφτεται πλέον και τον ίδιο, όχι μόνο τον πατέρα του, αλλά τον Δημήτρη, τον Ντίμη, όπως τον αποκαλούσαν χαϊδευτικά οι κολλητοί του και αργότερα και οι θαυμαστές του. Το είχε πει άλλωστε με χαρακτηριστικό τρόπο, στις συνεντεύξεις του, ότι το όνομα του πατέρα του ήταν ταυτόχρονα διαβατήριο και τεράστια ευθύνη, ενώ ο ίδιος ήθελε να δημιουργήσει κάτι εντελώς δικό του.

Και μετά ήρθε η απόσταση…
Κάπου εκεί, όμως, η ιστορία των δύο ανδρών άλλαξε. Στο απόγειο της δόξας του Δημήτρη Κόκοτα και ενώ πλέον το new entry στην μουσική σκηνή είχε γίνει σταρ και πρώτο όνομα στην μαρκίζα, η συνεργασία σταμάτησε. Και μαζί της δημιουργήθηκε εκείνο το πέπλο μυστηρίου που για χρόνια τροφοδοτούσε τις συζητήσεις γύρω από τη σχέση τους. Υπήρξαν φήμες για ρήξη. Για εγωισμούς. Για διαφορετικές απόψεις. Για δρόμους που χώρισαν απότομα. Ο ίδιος ο Δημήτρης Κόκοτας, χρόνια αργότερα, έδωσε τη δική του εκδοχή. Δεν μίλησε για μεγάλο καβγά ούτε για κάποια θεαματική σύγκρουση. Είπε πως «δεν τσακωθήκαμε ποτέ», αλλά παραδέχθηκε ότι υπήρξε μια περίοδος κατά την οποία ουσιαστικά δεν ξαναμίλησαν. Μίλησε για διαφορετικές απόψεις στη δουλειά, εγωισμό και επιτυχία, αλλά και για το γεγονός ότι όταν ακολούθησαν διαφορετικές εταιρείες, κόπηκαν οι γραμμές επικοινωνίας. Και αυτή ήταν ουσιαστικά και η πιο ανθρώπινη πλευρά αυτής της μοιραίας δικής τους ιστορίας. Γιατί πολλές φορές οι μεγάλες ρήξεις δεν χρειάζονται έναν καβγά, αρκεί να σταματήσουν τα τηλέφωνα, οι επαφές.

Η μετά Φοίβο εποχή…
Ο Δημήτρης όμως δεν σταμάτησε εκεί. Συνεργάστηκε με τον Νίκο Καρβέλα, τον Γιώργο Θεοφάνους και άλλους σημαντικούς δημιουργούς. Το 1998 ήρθε το «Για μένα» με τον Καρβέλα και το 1999 το «Σε ρεύματα αντίθετα» με μουσική του Γιώργου Θεοφάνους.

Η εποχή εκείνη παρόλα αυτά ήταν μοναδική. Η δισκογραφία ανθούσε, τα μεγάλα σουξέ γεννιούνταν το ένα μετά το άλλο και οι τραγουδιστές μπορούσαν μέσα σε ελάχιστο χρόνο να εκτοξευθούν στην κορυφή. Ο Κόκοτας βρέθηκε ακριβώς στο κέντρο αυτής της έκρηξης.

Και όπως απότομα ήρθε η άνοδος, έτσι σταδιακά ήρθε και η απομάκρυνση από το προσκήνιο. Όχι απαραίτητα επειδή δεν υπήρχαν άλλα τραγούδια ή άλλοι δημιουργοί. Αλλά επειδή η εποχή είχε αλλάξει. Κι εδώ αρχίζει μια διαφορετική ιστορία. Ο Δημήτρης Κόκοτας αποστασιοποιήθηκε από τη μεγάλη πίστα και για ένα διάστημα επέλεξε μια πιο ήσυχη ζωή. Διατηρούσε καφέ-μπαρ στο Νέο Ηράκλειο και έκανε επιλεκτικές εμφανίσεις, μακριά από την ένταση της προηγούμενης εποχής. Το μικρόβιο του τραγουδιού, όμως, δεν έφυγε ποτέ από μέσα του. Όπως είχε πει και ο ίδιος, δεν ένιωθε ότι είχε πραγματικά φύγει από τη μουσική. «Ήμουν, είμαι και θα συνεχίσω να είμαι στη μουσική», είχε δηλώσει το 2023. Κι αυτό ίσως εξηγεί και τη στάση του απέναντι στη δημοσιότητα.

Ο Κόκοτας δεν ήταν άνθρωπος που αγαπούσε να αναμοχλεύει συνεχώς το παρελθόν. Όσο περνούσαν τα χρόνια, οι ερωτήσεις επέστρεφαν πάντα στα ίδια, στον πατέρα του, στον Φοίβο, στα ’90s, στην απότομη απομάκρυνσή του από το προσκήνιο. Εκείνος όμως προτιμούσε να κοιτά μπροστά. Να ζήσει την οικογένειά του. Να προστατεύσει την προσωπική του ζωή. Να δουλέψει μακριά από τα φώτα.

Η επιστροφή και η μεγάλη ανατροπή

Screenshot_6-22

Και κάπως έτσι, όταν αποφάσισε να ξαναμπεί σταδιακά στο τραγούδι, η επιστροφή του είχε κάτι από εκείνον τον παλιό Δημήτρη. Τον άνθρωπο που ήξερε να ανεβαίνει στη σκηνή, να χαμογελά και να τραγουδά χωρίς να χρειάζεται να εξηγεί συνεχώς ποιος ήταν ο πατέρας του, ποιος ήταν ο Φοίβος και τι συνέβη τότε. Μόνο που η μοίρα είχε γράψει διαφορετικό τέλος. Στις 28 Μαρτίου 2024, κατά τη διάρκεια πρόβας για το «J2US», ο Δημήτρης Κόκοτας υπέστη οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου και καρδιακή ανακοπή. Ακολούθησε μια μακρά περιπέτεια υγείας, η οποία κράτησε περισσότερο από δύο χρόνια, μέχρι τον θάνατό του στις 25 Αυγούστου 2026, σε ηλικία 57 ετών. Και κάπως έτσι, μια καριέρα που είχε ανοίξει με εκρηκτικό τρόπο στα ’90s έμεινε με μια αίσθηση ανολοκλήρωτου. Αστρονομία

Ο Δημήτρης Κόκοτας πρόλαβε να αποδείξει ότι μπορούσε να ξεφύγει από τη σκιά του πατέρα του. Πρόλαβε να κάνει τις δικές του επιτυχίες. Πρόλαβε να συνδέσει το όνομά του με μια ολόκληρη εποχή.

Και ο Φοίβος ήταν αναμφισβήτητα ένα από τα πιο σημαντικά κεφάλαια αυτής της διαδρομής. Μπορεί οι δρόμοι τους να χώρισαν. Μπορεί για χρόνια να υπήρξε σιωπή. Μπορεί η συνεργασία που τους απογείωσε να μην ξαναγεννήθηκε ποτέ με τον ίδιο τρόπο. Όμως δεν έμεινε τελικά μια ιστορία «εχθρών». Ο ίδιος ο Κόκοτας φρόντισε να το ξεκαθαρίσει ότι δεν υπήρξε ποτέ πραγματικός καβγάς. Υπήρξαν εγωισμοί, διαφορετικές απόψεις, διαφορετικές διαδρομές και μια μεγάλη σιωπή. Και όταν τον ρώτησαν ξανά για τον Φοίβο, χρόνια μετά, δεν έκρυψε τον θαυμασμό του, τον χαρακτήρισε εξαιρετικό συνθέτη και στιχουργό και δήλωσε ότι ήταν και παρέμενε υποστηρικτής του. Ίσως τελικά αυτή να είναι η πιο δυνατή εικόνα που μας έχει μείνει στο μυαλό από τη σχέση τους.

Δύο άνθρωποι που κάποτε δημιούργησαν μαζί μερικά από τα τραγούδια που σημάδεψαν μια εποχή. Δύο άνθρωποι που απομακρύνθηκαν χωρίς ποτέ –σύμφωνα με τον ίδιο τον Δημήτρη– να ανταλλάξουν βαριές κουβέντες. Και μια συνεργασία που τελείωσε, αλλά δεν έσβησε ποτέ από τη μνήμη όσων έζησαν εκείνη τη χρυσή εποχή των ’90s. Γιατί ο Φοίβος μπορεί να ήταν εκείνος που άνοιξε στον Δημήτρη Κόκοτα τον δρόμο προς την κορυφή. Αλλά ο Δημήτρης ήταν εκείνος που έπρεπε να περπατήσει μόνος του πάνω σε αυτόν. Και το έκανε αν και το σύστημα ποτέ δεν του χαρίστηκε, γιατί ποτέ και εκείνος δεν μπήκε μέσα σε αυτό και ποτέ δεν πούλησε την ψυχή του για την δημοσιότητα…

Advertisement