Connect with us

Τρία χρόνια συμπληρώνονται φέτος από την ημέρα που ο χρόνος σταμάτησε στις ράγες των Τεμπών. Τρία χρόνια από τη στιγμή που 57 ψυχές χάθηκαν σε ένα προδιαγεγραμμένο έγκλημα, βυθίζοντας μια ολόκληρη χώρα στο πένθος και την οργή. Με αφορμή αυτή τη θλιβερή επέτειο, ένα παλαιότερο βίντεο από τη συνέντευξη του Γιάννη Μπέζου στο «Secret Podcast» ήρθε ξανά στην επιφάνεια, σαρώνοντας το TikTok και προκαλώντας χιλιάδες κοινοποιήσεις. Τα λόγια του γνωστού ηθοποιού, ωμά και αφοπλιστικά, μοιάζουν σήμερα πιο επίκαιρα από ποτέ, ακουμπώντας την ανοιχτή πληγή μιας κοινωνίας που αναζητά δικαίωση.

Ο Γιάννης Μπέζος, γνωστός για την ευθύτητα του λόγου του και την άρνησή του να «στρογγυλέψει» τις γωνίες, δεν μίλησε απλώς για ένα δυστύχημα. Μίλησε για ένα σύστημα που τρέφεται από την αδιαφορία και τη βολή μας. Η τοποθέτησή του δεν εστιάζει μόνο στην πολιτική ευθύνη, αλλά και στην κοινωνική ανοχή που επιτρέπει στις «παθογένειες» να ριζώνουν και να θεριεύουν.

Το «κουκούλωμα» και η θρέψη του κακού
Σύμφωνα με τον δημοφιλή ηθοποιό, η τραγωδία στα Τέμπη δεν ήταν ένα τυχαίο γεγονός που «ξεφύτρωσε» από το πουθενά. Αντίθετα, υπήρχε ένα βαθύ και σκοτεινό υπόβαθρο που το έθρεψε για χρόνια. Ο Γιάννης Μπέζος υπογραμμίζει με έμφαση ότι πίσω από την καταστροφή κρύβεται η συλλογική μας αδιαφορία και η τάση μας να «σκεπάζουμε» τα προβλήματα αντί να τα λύνουμε.

«Φοβάμαι ότι το θρέφει γενικά η αδιαφορία μας και ότι θέλουμε να σκεπάζουμε τα πράγματα, να τα κουκουλώνουμε», αναφέρει χαρακτηριστικά στο βίντεο που έγινε viral. Αυτή η κουλτούρα του «κουκουλώματος» είναι, κατά τον ίδιο, ο βασικός μηχανισμός που επιτρέπει στις δυσλειτουργίες του κράτους να παραμένουν ατιμώρητες μέχρι να οδηγήσουν στην επόμενη τραγωδία. Είναι η απροθυμία του καθενός μας να «χαλάσει τη βολή του» και την ηρεμία του για χάρη του κοινού καλού.

Η πολιτική χρήση της λέξης «παθογένεια»
Ένα από τα πιο καυστικά σημεία της παρέμβασης του Μπέζου είναι η ανάλυση του όρου «παθογένεια», μια λέξη που ακούμε κατά κόρον από τα χείλη των πολιτικών μετά από κάθε μεγάλη καταστροφή. Ο ηθοποιός στηλιτεύει τον τρόπο με τον οποίο η εξουσία χρησιμοποιεί αυτή τη λέξη ως άλλοθι, σαν να πρόκειται για μια ανίκητη, φυσική κατάσταση που απλώς υπάρχει.

«Είναι αυτό που ονομάζουμε παθογένειες. Την έχετε ακούσει αυτή τη λέξη συχνά που τη χρησιμοποιούν κυρίως οι πολιτικοί. Είναι, λέει, ελληνικές παθογένειες», σχολιάζει με νόημα. Για τον Μπέζο, η χρήση αυτού του όρου αποτελεί συχνά μια προσπάθεια αποποίησης ευθυνών. Αν κάτι είναι «παθογένεια», τότε κανείς δεν φταίει προσωπικά· φταίει το «σύστημα», φταίει η «νοοτροπία», φταίει το «παρελθόν». Όμως, ο ίδιος αρνείται να αποδεχθεί αυτή την εξήγηση ως κατάληξη.

Η θεραπεία «με το ζόρι»
Η κορύφωση του λόγου του, που προκάλεσε και τις περισσότερες αντιδράσεις στα κοινωνικά δίκτυα, είναι η πρότασή του για το πώς αντιμετωπίζονται αυτά τα φαινόμενα. Ο Γιάννης Μπέζος είναι κατηγορηματικός: οι παθογένειες δεν ξεπερνιούνται με ευχολόγια ή με το πέρασμα του χρόνου. «Αυτά πρέπει να θεραπεύονται. Πώς θα θεραπεύονται; Με το ζόρι», λέει χαρακτηριστικά, δίνοντας το στίγμα μιας αναγκαίας, σκληρής σύγκρουσης με το κατεστημένο.

Αυτό το «με το ζόρι» ερμηνεύεται από τους χιλιάδες χρήστες του TikTok ως μια έκκληση για αυστηρή τήρηση των νόμων, για απόδοση δικαιοσύνης χωρίς εκπτώσεις και για μια ριζική αλλαγή στάσης από τον ίδιο τον πολίτη. Δεν αρκεί πια να παρακολουθούμε παθητικά τις εξελίξεις· απαιτείται μια βίαιη —υπό την έννοια της αποφασιστικότητας— ρήξη με όλα εκείνα που μας κρατούν δέσμιους της μετριότητας και του κινδύνου.

Τρία χρόνια μετά τα Τέμπη, το αίσθημα της ατιμωρησίας και η καθυστέρηση στην πλήρη διαλεύκανση της υπόθεσης έχουν δημιουργήσει μια ασφυκτική ατμόσφαιρα. Οι πολίτες, μέσα από τα social media, αναζητούν φωνές που εκφράζουν την αλήθεια τους χωρίς φίλτρα. Ο λόγος του Γιάννη Μπέζου στο «Secret Podcast» λειτούργησε ως καταλύτης, γιατί ονόμασε το πρόβλημα στη ρίζα του: την επιλογή μας να μη «χαλάσουμε την όρεξή μας» μέχρι η καταστροφή να χτυπήσει τη δική μας πόρτα.

Το viral βίντεο δεν είναι απλώς μια στιγμή τηλεοπτικής ή ψηφιακής έντασης. Είναι η αποτύπωση μιας συλλογικής αγωνίας. Όταν ο Μπέζος μιλάει για τη «βολή» που δεν θέλουμε να χάσουμε, καθρεφτίζει την κοινωνική αδράνεια που συχνά γίνεται συνεργός στο έγκλημα. Και όταν απαιτεί θεραπεία «με το ζόρι», εκφράζει την επιτακτική ανάγκη μιας χώρας να προχωρήσει μπροστά, αφήνοντας πίσω της τις παθογένειες που στοιχίζουν ζωές.

Στην επέτειο των τριών ετών, το μήνυμα είναι σαφές: Τα Τέμπη δεν ήταν η αρχή, αλλά το αποτέλεσμα μιας μακράς πορείας αδιαφορίας. Η δικαίωση των θυμάτων δεν περνά μόνο μέσα από τις δικαστικές αίθουσες, αλλά και μέσα από την απόφαση μας να μη «σκεπάσουμε» ποτέ ξανά την αλήθεια, όσο κι αν αυτή χαλάει τη «βολή» μας.

Advertisement