Αν δεν τους σκότωσε ο Ιταλός, τότε ποιος; Ανατροπή και θρίλερ με την δολοφονία μάνας και γιου στο Αίγιο
Σε ένα θρίλερ για γερά νεύρα, που ξεπερνά κάθε σενάριο αστυνομικής ταινίας και περιπλέκεται λεπτό προς λεπτό, εξελίσσεται η υπόθεση της διπλής δολοφονίας που συγκλόνισε το πανελλήνιο στην περιοχή του Αιγίου. Η τοπική κοινωνία, αλλά και οι δικαστικές αρχές, παρακολουθούν με κομμένη την ανάσα τις καταιγιστικές εξελίξεις γύρω από το μακελειό στο σπίτι της Αιγιάλειας, με θύματα μια άτυχη 54χρονη γυναίκα και τον 26χρονο γιο της.
Οι εργαστηριακές εξετάσεις, τα αποτελέσματα των οποίων έγιναν γνωστά την Πέμπτη (18.06.2026), έφεραν στο φως στοιχεία που προκαλούν τεράστια ανατροπή και δημιουργούν ένα δυσεπίλυτο παζλ για τους έμπειρους αξιωματικούς της Ελληνικής Αστυνομίας. Οι αναλύσεις DNA και γενικότερα γενετικού υλικού που πραγματοποιήθηκαν στα εγκληματολογικά εργαστήρια αποδείχθηκαν «τυφλές», καθώς δεν απέφεραν κανένα απολύτως αποτέλεσμα που να συνδέει άμεσα, με βιολογικό τρόπο, τον βασικό κατηγορούμενο με τις στυγερές δολοφονίες.
Το «κενό» στα εργαστήρια: Τι έδειξαν οι αναλύσεις DNA
Η έρευνα των αρχών βασίστηκε σε μεγάλο βαθμό στα επιστημονικά ευρήματα, καθώς η τεχνολογία και η γενετική συχνά δίνουν τις απαντήσεις εκεί που οι μαρτυρίες στερεύουν. Ωστόσο, στην περίπτωση του Αιγίου, τα αποτελέσματα εξέπληξαν ακόμη και τους ίδιους τους αστυνομικούς:
«Καθαρά» ρούχα: Στα ρούχα του 65χρονου Ιταλού, τα οποία είχαν πλυθεί σχολαστικά, δεν εντοπίστηκε ούτε μία σταγόνα ή ίχνος αίματος από τα δύο θύματα.
Κανένα εύρημα στα νύχια: Παρά το γεγονός ότι η 54χρονη γυναίκα και ο γιος της δέχθηκαν άγρια επίθεση, στα νύχια του 65χρονου κατηγορουμένου δεν βρέθηκε κανένα δείγμα ξένου DNA που θα μπορούσε να υποδηλώνει πάλη ή άμυνα.
Όπλα χωρίς αποτυπώματα: Στο μαχαίρι, αλλά και στο όπλο με το οποίο διαπράχθηκε το έγκλημα, δεν εντοπίστηκαν δακτυλικά αποτυπώματα του Ιταλού συντρόφου.
Το «αόρατο» φλόμπερ: Όσον αφορά το όπλο τύπου φλόμπερ, με το οποίο δολοφονήθηκε ο 26χρονος νεαρός, οι ειδικοί της ασφάλειας επισημαίνουν ότι πρόκειται για ένα όπλο που εκ φύσεως δεν αφήνει κατάλοιπα πυρίτιδας, γεγονός που καθιστά αδύνατη την ανίχνευση σχετικών στοιχείων στα χέρια του δράστη.
Το κρίσιμο 6ωρο και το σενάριο του σχολαστικού καθαρισμού
Παρά την πλήρη έλλειψη βιολογικών και γενετικών στοιχείων, οι αστυνομικοί της Ασφάλειας δεν κάμπτονται και συνεχίζουν να θεωρούν τον 65χρονο Ιταλό ως τον μοναδικό και βασικό ύποπτο της διπλής δολοφονίας. Η πεποίθηση των αρχών στηρίζεται σε ένα πολύ συγκεκριμένο και καθοριστικό δεδομένο: τον χρόνο.
Σύμφωνα με την αστυνομική έρευνα, ο 65χρονος παρέμεινε μέσα στο σπίτι, στον ίδιο χώρο με τα δύο άψυχα σώματα, για περίπου 6 ολόκληρες ώρες πριν ειδοποιηθούν οι αρχές. Αυτό το τεράστιο χρονικό παράθυρο, όπως εκτιμούν οι έμπειροι αξιωματικοί, έδωσε στον δράστη την άνεση και τη δυνατότητα να ενεργήσει με απόλυτη ψυχραιμία. Είχε όλο τον χρόνο στη διάθεσή του να καθαρίσει σχολαστικά τον τόπο του εγκλήματος, να εξαφανίσει τα ενοχοποιητικά στοιχεία και να στήσει με προσοχή ένα ολόκληρο σκηνικό που θα τον παρουσίαζε ως αθώο, οδηγώντας τις έρευνες σε αδιέξοδο.
Η έντονη μυρωδιά χλωρίνης και τα σύνεργα που έγιναν «καπνός»
Όταν οι αστυνομικές δυνάμεις έφτασαν τελικά στον τόπο της τραγωδίας στην Αιγιάλεια, βρέθηκαν μπροστά σε μια κατάσταση που τους κίνησε αμέσως τις υποψίες, παρά την έλλειψη ορατών σημαδιών πάλης πάνω στον κατηγορούμενο. Ολόκληρο το σπίτι ανέδιδε μια εξαιρετικά έντονη και αποπνικτική οσμή οινοπνεύματος και χλωρίνης, γεγονός που μαρτυρούσε ότι είχε προηγηθεί εκτεταμένος και βαθύς καθαρισμός των επιφανειών.
Το πιο εντυπωσιακό και μυστηριώδες στοιχείο, ωστόσο, αφορά τα σύνεργα του καθαρισμού. Όσο και αν έψαξαν οι αστυνομικοί σε κάθε γωνιά του σπιτιού, στην αυλή και στους γύρω χώρους, δεν κατάφεραν να εντοπίσουν πουθενά τη σφουγγαρίστρα και τον κουβά που υπήρχαν στην οικία. Η εξαφάνιση αυτών των αντικειμένων θεωρείται κομβικής σημασίας. Οι αρχές εξετάζουν με βεβαιότητα το σενάριο τα συγκεκριμένα σύνεργα να χρησιμοποιήθηκαν για να σβηστούν τα αίματα από τα πατώματα και τους τοίχους, και στη συνέχεια ο δράστης είτε τα κατέστρεψε ολοσχερώς είτε τα έθαψε σε κάποιο απομακρυσμένο και καλά κρυμμένο σημείο για να μην βρεθούν ποτέ.
Οι προκλητικοί ισχυρισμοί του Ιταλού και η διάψευση από τον ιατροδικαστή
Από την πρώτη στιγμή της σύλληψής του και κατά τη διάρκεια των εξαντλητικών ανακρίσεων, ο 65χρονος αλλοδαπός εμμένει με απόλυτη ψυχραιμία στην ίδια υπερασπιστική γραμμή. Ισχυρίζεται ότι ο ίδιος δεν έχει καμία σχέση με το μακελειό, καθώς την ώρα του εγκλήματος κοιμόταν βαθιά στο δωμάτιό του και δεν άκουσε το παραμικρό.
Όσον αφορά το γεγονός ότι οι αρχές τον βρήκαν καθαρό, ο ίδιος έδωσε μια δικαιολογία που δεν πείθει τους αστυνομικούς: υποστήριξε ότι όταν ξύπνησε, έσπευσε αμέσως στο μπάνιο επειδή ταλαιπωρούνταν από μια έντονη ίωση που του είχε προκαλέσει στομαχικές διαταραχές. Αυτός, όπως ισχυρίζεται, ήταν και ο μοναδικός λόγος που έκανε ντους, έπλυνε στο χέρι το εσώρουχό του και άπλωσε μια πετσέτα για να στεγνώσει.
Το πιο εξοργιστικό σημείο της κατάθεσής του είναι η προσπάθειά του να επιρρίψει την ευθύνη στα ίδια τα θύματα. Ο 65χρονος υποστήριξε ότι η 54χρονη και ο 26χρονος γιος της είχαν έναν έντονο καβγά και πως ο ένας σκότωσε τον άλλον.
Ωστόσο, αυτό το σενάριο καταρρίπτεται με πάταγο από τα επίσημα ιατροδικαστικά ευρήματα. Η ιατροδικαστική εξέταση έδειξε ότι και τα δύο θύματα έφεραν δεκάδες μαχαιριές σε ολόκληρο το σώμα τους, μια εικόνα που παραπέμπει σε μανιακή επίθεση από τρίτο πρόσωπο και αποκλείει πλήρως την πιθανότητα της αλληλοεξόντωσης. Επιπλέον, έχει διαπιστωθεί επιστημονικά ότι ο άτυχος 26χρονος δέχθηκε τη δολοφονική επίθεση την ώρα που κοιμόταν ανυποψίαστος στο κρεβάτι του, πράγμα που σημαίνει ότι δεν προηγήθηκε κανένας καβγάς. Σημειώνεται πως τα μόνα ματωμένα αποτυπώματα που έχουν εντοπιστεί σε κινητά στοιχεία μέσα στο σπίτι ανήκουν αποκλειστικά στην άτυχη 54χρονη μητέρα.
Το «φύλλο και φτερό» στα κινητά και τους υπολογιστές
Καθώς τα βιολογικά στοιχεία στο χώρο έχουν αλλοιωθεί ή εξαφανιστεί λόγω της χρήσης των ισχυρών καθαριστικών, οι δικαστικές και αστυνομικές αρχές στρέφουν πλέον όλο το βάρος των ερευνών τους στα ψηφιακά πειστήρια. Τα κινητά τηλέφωνα, οι υπολογιστές, καθώς και κάθε άλλη ηλεκτρονική συσκευή που βρισκόταν μέσα στο σπίτι του εγκλήματος, έχουν κατασχεθεί και μεταφερθεί άμεσα στα ειδικά εργαστήρια της Διεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών.