Lidl: Ανακαλείται πασίγνωστο προϊόν της αλυσίδας λόγω μόλυνσης από salmonella
Το Υπουργείο Υγείας της Ιταλίας γνωστοποίησε την ανάκληση παρτίδας αλευριού ιδιωτικής ετικέτας με την εμπορική ονομασία Belbake, το οποίο διακινείται από τη Lidl Italia s.r.l. Η ανάκληση πραγματοποιήθηκε έπειτα από ανίχνευση Salmonella στο πλαίσιο εσωτερικού ελέγχου αυτοελέγχου της παραγωγού εταιρείας. Πρόκειται για αλεύρι φιστικιού που διατίθεται σε συσκευασία 100 γραμμαρίων, με αριθμό παρτίδας L1025287 και ελάχιστη διατηρησιμότητα έως 31/10/2026. Ο γραμμωτός κώδικας (EAN) είναι 4056489795193. Η παραγωγή πραγματοποιήθηκε από την εταιρεία Gustibus Alimentari για λογαριασμό της Lidl Italia s.r.l., στις εγκαταστάσεις που βρίσκονται στην Contrada Milocca, Zona Industriale Dittaino, στην περιοχή Assoro, στο κοινοτικό διαμέρισμα Enna της Σικελίας.
Η παρουσία Salmonella σε προϊόντα φυτικής προέλευσης, όπως το αλεύρι φιστικιού, συνδέεται συνήθως με επιμόλυνση της πρώτης ύλης ή του περιβάλλοντος παραγωγής. Οι πιθανές πηγές περιλαμβάνουν μολυσμένο νερό άρδευσης, επαφή με ζωικά περιττώματα κατά τη συγκομιδή, ανεπαρκή καθαρισμό και απολύμανση του εξοπλισμού, διασταυρούμενη επιμόλυνση κατά την άλεση ή την τυποποίηση, καθώς και πλημμελή έλεγχο των συνθηκών υγιεινής στις εγκαταστάσεις. Οι ξηροί καρποί και τα παράγωγά τους θεωρούνται τρόφιμα χαμηλής υγρασίας, ωστόσο η Salmonella μπορεί να επιβιώσει για μεγάλο χρονικό διάστημα σε τέτοιο περιβάλλον.
Η κατανάλωση τροφίμων μολυσμένων με Salmonella μπορεί να προκαλέσει σαλμονέλωση. Τα συνηθέστερα συμπτώματα περιλαμβάνουν διάρροια, κοιλιακό άλγος, πυρετό, ναυτία και εμέτους. Η περίοδος επώασης κυμαίνεται συνήθως από 6 έως 72 ώρες μετά την κατανάλωση του μολυσμένου τροφίμου. Στις περισσότερες περιπτώσεις η νόσος είναι αυτοϊώμενη και διαρκεί λίγες ημέρες, ωστόσο σε ευπαθείς ομάδες όπως βρέφη, ηλικιωμένοι, έγκυες και άτομα με εξασθενημένο ανοσοποιητικό σύστημα μπορεί να εμφανιστούν σοβαρές επιπλοκές, όπως αφυδάτωση ή βακτηριαιμία.
Το αλεύρι φιστικιού χρησιμοποιείται συχνά σε παρασκευές που δεν υφίστανται θερμική επεξεργασία ή προστίθεται σε κρέμες, γλυκά και αρτοσκευάσματα μετά το ψήσιμο. Η θερμική επεξεργασία σε επαρκή θερμοκρασία μπορεί να καταστρέψει τη Salmonella, όμως σε προϊόντα που καταναλώνονται ωμά ή ημι-ωμά ο κίνδυνος παραμένει. Οι επαγγελματίες της βιομηχανίας οφείλουν να αξιολογούν τον μικροβιολογικό κίνδυνο πρώτων υλών χαμηλής υγρασίας, να εφαρμόζουν επαληθευμένες διαδικασίες απολύμανσης, να ελέγχουν την αποτελεσματικότητα των προαπαιτούμενων προγραμμάτων υγιεινής και να διασφαλίζουν ιχνηλασιμότητα σε όλα τα στάδια της εφοδιαστικής αλυσίδας.
Στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής νομοθεσίας για την ασφάλεια τροφίμων, οι επιχειρήσεις τροφίμων υποχρεούνται να εφαρμόζουν συστήματα διαχείρισης βασισμένα στις αρχές HACCP, σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΚ) 852/2004. Σε περίπτωση διαπίστωσης ότι τρόφιμο ενδέχεται να είναι επιβλαβές για την υγεία, ο υπεύθυνος επιχείρησης οφείλει να προχωρήσει άμεσα σε ανάκληση ή απόσυρση, να ενημερώσει τις αρμόδιες αρχές και να παρέχει σαφείς οδηγίες στους καταναλωτές. Τα μικροβιολογικά κριτήρια που αφορούν την παρουσία Salmonella καθορίζονται στον Κανονισμό (ΕΚ) 2073/2005, ο οποίος προβλέπει απουσία του παθογόνου σε συγκεκριμένες κατηγορίες τροφίμων.
Στους καταναλωτές που έχουν προμηθευτεί το συγκεκριμένο προϊόν με τα αναφερόμενα στοιχεία παρτίδας και ημερομηνίας ελάχιστης διατηρησιμότητας συνιστάται να μην το καταναλώσουν. Το προϊόν μπορεί να επιστραφεί σε κατάστημα Lidl όπου πραγματοποιήθηκε η αγορά και παρέχεται επιστροφή χρημάτων. Σε περίπτωση εμφάνισης συμπτωμάτων μετά από κατανάλωση του προϊόντος, συνιστάται επικοινωνία με ιατρό, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για άτομα που ανήκουν σε ομάδες αυξημένου κινδύνου.
