Κοντού: Ο μεγαλύτερος έρωτάς της την απάτησε με τη Βουγιουκλάκη – Ο άντρας που έγινε «Μήλον της Έριδος» και η ιστορία που λίγοι γνωρίζουν
Η Μάρω Κοντού έφυγε από τη ζωή πλήρης ημερών, γεμάτη και ευτυχισμένη, μια ζωή που βίωσε στα… κόκκινα! Γιατί μπορεί να μην έκανε παιδιά, αλλά τον έρωτα τον έζησε και με το παραπάνω. Άλλωστε, υπήρξε πάντα τόσο γοητευτική, ανεξάρτητη και αντισυμβατική.
Ανάμεσα στους ανθρώπους που σημάδεψαν την καρδιά της, ο απόλυτος πρωταγωνιστής ήταν ένας: ο διευθυντής φωτογραφίας της Φίνος Φιλμ, Αριστείδης Καρύδης-Φουκς, ο θρυλικός «Ντίντης» της. Παντρεύτηκαν το 1960, όταν εκείνη ήταν μόλις 25 ετών, σε έναν γάμο που προέκυψε μετά από έναν θυελλώδη, μυθιστορηματικό έρωτα, για χάρη του οποίου η ηθοποιός δεν δίστασε να διαλύσει μέχρι και έναν έτοιμο, «βολικό» αρραβώνα με εφοπλιστή.
Παρόλο που ο γάμος τους κράτησε μόλις δύο χρόνια, η Μάρω Κοντού τον χαρακτήριζε πάντα ως τον μεγαλύτερο έρωτα και τη βαθύτερη αγάπη της ζωής της. Η γνωριμία τους, το παρασκήνιο του γάμου τους, αλλά και το «τρίτο πρόσωπο» με το όνομα Αλίκη Βουγιουκλάκη που μπήκε ανάμεσά τους, συνθέτουν μια ιστορία γεμάτη πάθος, απιστίες, αλλά και μια σπάνια, ισόβια αξιοπρέπεια.
Πώς η Μάρω Κοντού πέταξε τη βέρα της στη θάλασσα για έναν μεγάλο έρωτα
Η γνωριμία της Μάρως Κοντού με τον Ελληνογερμανό κινηματογραφιστή και μοντέρ Αριστείδη Καρύδη-Φουκς ξεκίνησε στα πλατό και εξελίχθηκε σε μια επεισοδιακή σχέση πέντε ετών. Η πρώτη, καθοριστική σπίθα άναψε στο γύρισμα μιας ταινίας, κατά τη διάρκεια ενός τραπεζιού που έκανε η παραγωγή. Η νεαρή Μάρω Κωντού και ο Ντίντης κάθονταν απέναντι, πετώντας παιχνιδιάρικα σποράκια από πεπόνι ο ένας στον άλλον.
«Κάποια στιγμή έρχεται στο αυτί μου και μου λέει “εγώ με αρραβωνιασμένες δεν φλερτάρω”. Και, όπως δεν τον ήθελα καθόλου αυτόν που είχα αρραβωνιαστεί, κάνω έτσι εγώ, πετάω τη βέρα στη θάλασσα που ήταν δίπλα, και λέω “τώρα δεν είμαι”. Αυτό ήταν!», έχει πει η ίδια σε δηλώσεις της.
Το «θρίλερ» της Πρωτοχρονιάς και το ψεύτικο μπουκάλι με τα χάπια
Όταν τον Οκτώβριο του 1959 η Μάρω Κοντού έκανε πρεμιέρα δίπλα στον Δημήτρη Χορν στο έργο «Ρομανσέρο», η ομορφιά της μαγνήτισε πολλούς επίδοξους μνηστήρες. Ανάμεσά τους και ο παραγωγός Κλέαρχος Κονιτσιώτης, ο οποίος είχε ξεκαθαρίσει στον Φουκς ότι στην πρώτη τους «στραβή» θα τη διεκδικούσε. Ένας καβγάς του ζευγαριού στάθηκε η αφορμή: η Μάρω βγήκε με τον Κονιτσιώτη, ο Ντίντης τους είδε, ζήλεψε παράφορα, και η κατάσταση οδηγήθηκε στα άκρα.
Οι μέρες περνούσαν χωρίς επικοινωνία, μέχρι που παραμονές Πρωτοχρονιάς του 1960, η ηθοποιός έλαβε ένα γράμμα από τον Φουκς που έγραφε: «Αν τα ξημερώματα της 1ης Ιανουαρίου 1960 δεν έρθεις να μιλήσουμε, δεν θα με βρει η ζωή». Η ίδια περιγράφει με απίστευτο χιούμορ εκείνη την επεισοδιακή νύχτα, όταν έφυγε τρέχοντας από το ρεβεγιόν του Χορν:
«Τρέχω με τα πόδια στην πολυκατοικία, ανοιχτή η κάτω πόρτα, στερεωμένη με το χαλάκι. Πάω επάνω, ανοιχτή η πόρτα του διαμερίσματος… Τόσο καλά με ήξερε! Μπαίνω μέσα, είχε δύο κεριά αναμμένα, είχε ρίξει ένα άδειο μπουκάλι κι ένα άδειο κουτί από χάπια στο πάτωμα κι ήταν ξαπλωμένος στο κρεβάτι. Σηκώνεται, με αγκαλιάζει και μου λέει: “Πάμε στο Πικέρμι, στον Αρία το κέντρο, να κάνουμε Πρωτοχρονιά; Τα έφαγα όλα αυτά, λουκούμι!”. Τότε μου έκανε την πρόταση γάμου, 1η Ιανουαρίου του 1960, και σε δέκα μέρες παντρευτήκαμε». Κουμπάρος στον γάμο τους ήταν ο κορυφαίος συγγραφέας αστυνομικών μυθιστορημάτων, Γιάννης Μαρής.
Η ευτυχία, ωστόσο, δεν κράτησε πολύ. Ο γάμος διαλύθηκε μετά από δύο χρόνια, με τις φήμες της εποχής να οργιάζουν για τη σχέση του Ντίντη με την Αλίκη Βουγιουκλάκη, την οποία γνώρισε κατά τη διάρκεια κινηματογραφικών γυρισμάτων. Η Μάρω Κοντού, μιλώντας ανοιχτά για τις απιστίες του συζύγου της και τον ρόλο της Αλίκης, έβαλε τα πράγματα στη θέση τους με τον δικό της, απόλυτα αξιοπρεπή τρόπο:
«Στα επτά χρόνια σχέσης και γάμου, αυτό το γρουσούζικο 7 έκανε μια σκανταλιά. Μόλις έγινα γνωστή ηθοποιός και νοικοκυρούλα και χαλάρωσα, μου βάρεσε ένα ωραίο κερατάκι. Το πήρα χαμπάρι και δεν το σήκωσα. Το κερατάκι μου το έχω φάει. Και νομίζω ότι είναι δεδομένο. Το άλλο πρόσωπο ήταν πολύ διάσημο, αλλά δεν ήταν αυτή η αιτία. Όταν με τον άντρα μου είχαμε αρχίσει να απομακρυνόμαστε και ήταν φυσικό ότι όπου να ‘ναι θα χωρίσουμε, βρέθηκε σε ένα νησί να γυρίζει ταινία με την Αλίκη και τα έφτιαξε με την Αλίκη. Με γεια του, με χαρά του. Ήταν η στιγμή για να διαλύσουμε. Βγάλτε το πια αυτό που το μασάνε σε κάθε συνέντευξη “χώρισες γιατί σ’ τον πήρε η Αλίκη”. Καμία γυναίκα δεν παίρνει κανέναν άντρα από κανένα σπίτι όταν ήδη το σπίτι δεν είναι έτοιμο να διαλυθεί» εξομολογήθηκε.
Η ίδια ξεκαθάριζε πάντα πως δεν κράτησε ποτέ κακία στην Αλίκη Βουγιουκλάκη, με την οποία μάλιστα συνεργάστηκε το 1964 στη «Σωφερίνα» (τη μοναδικλη ταινία που έπαιξαν μαζί) και έκαναν παρέα: «Αυτά είναι σαχλαμάρες, ότι μου πήρε τον άντρα. Για να μπει ένα τρίτο πρόσωπο σε μια σχέση, πάει να πει πως υπάρχει μια χαραμάδα για να εισβάλει. Αν εγώ θέλω να κρατήσω έναν άντρα, είμαι απολύτως σίγουρη ότι δεν πρόκειται να μου τον πάρει καμία άλλη».
Παρά την απιστία και το διαζύγιο, η Μάρω Κοντού και ο Αριστείδης Καρύδης-Φουκς διατήρησαν μια βαθιά σχέση αγάπης και αμοιβαίας εκτίμησης μέχρι το τέλος της ζωής του. Μάλιστα, ενάμιση χρόνο πριν εκείνος φύγει από τη ζωή, έμεινε στο σπίτι της, με τον ίδιο να της εξομολογείται με παράπονο και χιούμορ: «Τι να σου κάνω; Πριν σε παντρευτώ με είχαν χεσμένο. Μετά που παντρευτήκαμε, με ήθελαν όλες».
Όσο για τη σχέση της με την Αλίκη; Μπορεί να μην έγιναν ποτέ στενές φίλες, όμως η Κοντού εξέφραζε πάντα τον σεβασμό της για το εκτόπισμά της, αν και δεν δίσταζε να σχολιάσει με ειλικρίνεια πως η Αλίκη «δεν ήταν ποτέ ειλικρινής με τον εαυτό της» και έζησε εγκλωβισμένη στον μύθο της αιώνιας ενζενί, κάτι που θεωρούσε «βάσανο» για εκείνη.