Connect with us

Το πανελλήνιο έχει «παγώσει» από την δολοφονία του 21χρονου Νικήτα στην Κρήτη από τον πατέρα του θύματος του τροχαίου. Οι γονείς του 17χρονου που χάθηκε στο τροχαίο εξέφραζαν ανοιχτά και με κάθε ευκαιρία την οργή τους. Ακόμη και σε στιγμές βαθιάς οδύνης, όπως στα μνημόσυνα που τελούνταν στο σημείο της σύγκρουσης, το μένος τους εναντίον του νεαρού οδηγού ήταν έκδηλο. Η κατάσταση αυτή δεν άργησε να μετατραπεί σε σωματική βία, με την πρώτη σοβαρή κλιμάκωση να σημειώνεται τα Χριστούγεννα του 2024. Τότε, ο Νικήτας, σε ηλικία 19 ετών, δέχθηκε μια δολοφονική επίθεση έξω από το σπίτι του στο Γάζι, για την οποία κατηγορήθηκε ο 54χρονος πατέρας.

Ο ίδιος ο Νικήτας είχε περιγράψει με ανατριχιαστική λεπτομέρεια εκείνο το περιστατικό, λέγοντας: «Όλα ξεκίνησαν όταν επέστρεφα στο σπίτι μου στο Γάζι, έπειτα από νυχτερινή διασκέδαση. Ενώ ανέβαινα την σκάλα του σπιτιού μου δέχτηκα ένα χτύπημα στα πόδια, από πίσω, με ξύλο. Δεν μπόρεσα να δω ποιος ήταν αυτός που με χτύπησε. Έγινε μεγάλη φασαρία και στο σημείο ήρθε ο πατέρας και η αδερφή μου κι άρχισαν να φωνάζουν. Ο δράστης έφυγε μόλις τους άκουσε».

Παρά τον αιφνιδιασμό, ο νεαρός προσπάθησε να αμυνθεί, καταδιώκοντας τον εισβολέα. «Βρήκα ένα κοντάρι και άρχισα να τον κυνηγάω. Τον πρόλαβα και τον χτύπησα και εγώ στα πλευρά και στα πόδια. Τον έριξα κάτω και μπήκα από πάνω του. Τότε, έφτασε κοντά μου και η αδερφή μου, η οποία με τράβηξε και με απομάκρυνε από τον δράστη, που βρήκε ευκαιρία να σηκωθεί και να αρχίσει και πάλι να τρέχει», είχε δηλώσει ο ίδιος.

Η καταδίωξη εκείνη παραλίγο να αποβεί μοιραία όταν ο δράστης χρησιμοποίησε πυροβόλο όπλο. Ο Νικήτας είχε καταθέσει χαρακτηριστικά: «Συνέχισα να τον κυνηγάω, αλλά εκείνος έβγαλε ένα πιστόλι που ήταν κρυμμένο κάτω από τα ρούχα του, στην περιοχή της κοιλιάς, και πυροβόλησε εναντίον μας μία φορά σε ευθεία βολή. Τρόμαξα. Τράβηξα κάτω την αδερφή μου και έπεσα από πάνω της για να την προστατεύσω». Παρά την καταγγελία, ο 54χρονος είχε αρνηθεί τα πάντα, προβάλλοντας τον δικό του πόνο ως άλλοθι: «Αφήστε με στο πένθος μου και στον πόνο μου. Αρνούμαι κάθε εμπλοκή στο επεισόδιο. Δεν είχα βγει καν από το σπίτι μου το επίμαχο βράδυ. Είχα πάει μόνο στο νεκροταφείο για να θυμιατίσω τον τάφο του παιδιού μου».

Παρόλο που στον 54χρονο είχαν επιβληθεί αυστηροί περιοριστικοί όροι, όπως η απαγόρευση προσέγγισης του θύματος και η παρουσία σε αστυνομικό τμήμα, η ένταση δεν υποχώρησε. Ακολούθησε μια σειρά από μηνύσεις και νέες καταγγελίες για επιθέσεις, χωρίς ωστόσο να υπάρξει αποτελεσματική παρέμβαση που να εγγυάται την ασφάλεια του 21χρονου. Σήμερα, η οικογένεια του θύματος κάνει λόγο για ελλιπή προστασία και σοβαρά σφάλματα των αρχών, υποστηρίζοντας ότι ο θάνατος του Νικήτα θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί αν είχαν ληφθεί πιο δραστικά μέτρα απέναντι σε μια συμπεριφορά που έδειχνε ξεκάθαρα τις δολοφονικές της προθέσεις.

Η αδερφή του θύματος περιγράφει στο Mega τη δική της εμπειρία από την επίθεση του 2024:

«Μου είχε κάνει μήνυση για ψευδή κατηγορία. Όταν έκανε την επίθεση να τον σκοτώσει κάτω από το σπίτι μας, μου έκανε μήνυση ότι τον κατήγγειλα, λέει, και δεν ήταν αυτός. Προφανώς και τον είδα. Τετ-α-τετ ήρθαμε πριν βγάλει το όπλο να πυροβολήσει. Μπροστά ήμουν και έπεσε ο αδερφός μου πάνω μου. Όταν είχε ρίξει τον αδερφό μου κάτω, όταν έκανε την επίθεση στο σπίτι μας, όταν βγήκα έξω, γιατί εγώ βγήκα και κυνήγησα τον αδερφό μου και τον σταμάτησα, που τον είχε κάτω και τον έδερνε και έτρεξε αυτός να φύγει, εγώ αυτόν πήρα κυνήγι. Απλά σταμάτησε απέναντί μου και με κοιτούσε και τον κοιτούσα και μετά έβγαλε το όπλο και έπεσε ο αδερφός μου πάνω μου. Το όπλο το έβγαλε από το τσαντάκι που φορούσε στη μέση του. Το ξύλο το βρήκε στο χωράφι μας. Δεν ξέρουμε αν ήταν ξύλο, μας είπαν ότι ήταν σίδερο. Δεν μας τα λέγαν όλα οι γονείς μας, γιατί εγώ δεν μένω εκεί. Δεν μένω εκεί, δεν ξέρω από πότε απειλούσε. Δεν μας τα λέγαν οι γονείς μας».

Η πόλη του Ηρακλείου παραμένει βυθισμένη σε κατάσταση απόλυτου σοκ μετά την αποτρόπαιη δολοφονία που σημειώθηκε το απόγευμα της Τρίτης, 5 Μαΐου, στην περιοχή της Αμμουδάρας. Ένας 54χρονος άνδρας εκτέλεσε εν ψυχρώ έναν 21χρονο οδηγό, τον οποίο θεωρούσε υπεύθυνο για τον θάνατο του γιου του σε τροχαίο δυστύχημα που είχε λάβει χώρα το 2023.

Σύμφωνα με τα ηχητικά ντοκουμέντα και τις συγκλονιστικές μαρτυρίες που ήρθαν στο φως της δημοσιότητας, ο δράστης φαίνεται πως εγκλώβισε το θύμα σε κεντρικό δρόμο, εμβολίζοντας το αυτοκίνητό του. Χωρίς να αφήσει περιθώρια αντίδρασης, ο 54χρονος πυροβόλησε έξι φορές τον νεαρό Νικήτα από απόσταση λίγων μόνο μέτρων.

Μια ανατριχιαστική λεπτομέρεια που προσθέτει επιπλέον τραγικότητα στην υπόθεση είναι ότι το θύμα τη στιγμή της επίθεσης μιλούσε μέσω βιντεοκλήσης με τη σύντροφό του. Η νεαρή κοπέλα, η οποία σπουδάζει εκτός Κρήτης, έγινε αυτόπτης και αυτήκοος μάρτυρας της δολοφονίας του αγαπημένου της μέσα από την οθόνη του κινητού της. Ήταν εκείνη που, παρά το σοκ, κατάφερε να ενημερώσει την αστυνομία και την αδελφή του θύματος για τα εφιαλτικά όσα είδε.

Ο σπαραγμός της μητέρας του 21χρονου, όταν έφτασε στο σημείο και αντίκρισε το παιδί της νεκρό, ήταν τέτοιος που ράγισε τις καρδιές όσων παρευρίσκονταν εκεί. Αυτόπτες μάρτυρες περιέγραψαν σκληρές εικόνες, αναφέροντας μάλιστα ότι ο δράστης, μετά τους πυροβολισμούς, άρχισε να κλωτσά τη σορό του θύματος στον δρόμο.

Το μίσος της οικογένειας του δράστη προς τον νεαρό είχε βαθιές ρίζες στο παρελθόν, καθώς ο Νικήτας ήταν ο οδηγός του μοιραίου αυτοκινήτου στο οποίο έχασε τη ζωή του ο 17χρονος γιος του 54χρονου. Παρόλο που οι δύο νέοι ήταν στενοί φίλοι πριν το δυστύχημα, ο πατέρας δεν μπόρεσε ποτέ να αποδεχθεί την απώλεια, δηλώνοντας στους αστυνομικούς: «Έκανα αυτό που έπρεπε. Η δική μου ζωή σταμάτησε στις 20 Οκτωβρίου του 2023, όταν σκοτώθηκε το παιδί μου. Δεν έγινε ποτέ ουσιαστική διερεύνηση του τροχαίου».

Ο καθ’ ομολογίαν δολοφόνος ισχυρίζεται ότι η συνάντηση με τον 21χρονο ήταν τυχαία, καθώς εκείνος και η σύζυγός του επέστρεφαν από ένα μνημόσυνο που είχαν τελέσει στο σπίτι τους. Υποστηρίζει ότι δεν είχε προσχεδιάσει το έγκλημα, αλλά «θόλωσε» από τα έντονα συναισθήματα της στιγμής. Όπως δήλωσε χαρακτηριστικά: «Δεν ήμουν ο εαυτός μου εκείνη τη στιγμή. Τα συναισθήματά μου ήταν πολύ έντονα και δεν μπόρεσα να ελέγξω τα όσα έκανα». Στην υπόθεση εμπλέκεται και η σύζυγός του, η οποία συνελήφθη για συνέργεια, αν και ο ίδιος ισχυρίζεται πως εκείνη προσπάθησε να τον σταματήσει φωνάζοντας «Κώστα μη», χωρίς όμως επιτυχία.

Μετά τη δολοφονία, το ζευγάρι τράπηκε σε φυγή, αλλά παραδόθηκε στις αρχές λίγη ώρα αργότερα. Ο 54χρονος εμφανίστηκε αμετανόητος για την πράξη του, τονίζοντας ότι η δική του ζωή δεν έχει πλέον σημασία. Η περιοχή παρέμεινε αποκλεισμένη για ώρες, ενώ αρκετοί πολίτες που έγιναν μάρτυρες του φονικού χρειάστηκαν βοήθεια καθώς κατέρρευσαν από το ισχυρό σοκ. Το Ηράκλειο πενθεί πλέον δύο νέους ανθρώπους, θύματα ενός κύκλου αίματος που φαίνεται να μην έχει τέλος.

Advertisement