Connect with us

Aφιέρωμα στον Πάνο Χατζηκουτσέλη: Ο «Παπαπέτρου» που λάτρεψε η Ελλάδα – Η φτωχή γειτονιά των Εξαρχείων, η μεγάλη διαδρομή και το μοναχικό τέλος στα 74

Υπάρχουν ηθοποιοί που το κοινό θυμάται από έναν μεγάλο πρωταγωνιστικό ρόλο και υπάρχουν κι εκείνοι που χρειάζονται ελάχιστα λεπτά στην οθόνη για να αφήσουν πίσω τους μια ολόκληρη εποχή. Ο Πάνος Χατζηκουτσέλης ανήκε αναμφίβολα στη δεύτερη κατηγορία.

10626548_1548349718721284_4779364680462033821_n.jpg
Για τους περισσότερους τηλεθεατές θα είναι για πάντα ο κύριος Παπαπέτρου από το «Εκείνες κι Εγώ», ο άνθρωπος που προσπαθούσε να βάλει μια κάποια τάξη στον κόσμο του Ζάχου Δόγκανου. Πίσω όμως από τον τηλεοπτικό χαρακτήρα υπήρχε ένας ηθοποιός με διαδρομή δεκαετιών, βαθιά σχέση με το θέατρο, αγάπη για την επιθεώρηση και μια ζωή πολύ πιο σύνθετη από όσο γνώριζε το ευρύ κοινό.

Ο Πάνος Χατζηκουτσέλης σε ηλικία 74 ετών. Δημοσιεύματα της εποχής ανέφεραν ως αιτία θανάτου την ανακοπή καρδιάς. Την είδηση έκανε γνωστή ο στενός φίλος και επί χρόνια συνεργάτης του Άγγελος Πυριόχος, ο οποίος αποκάλυψε ότι προσπαθούσε επί δύο ημέρες να επικοινωνήσει μαζί του χωρίς να παίρνει απάντηση.

Ήταν ένας παράξενα σιωπηλός επίλογος για έναν άνθρωπο που είχε περάσει τη ζωή του δημιουργώντας γέλιο.

Ο Πάνος Χατζηκουτσέλης γεννήθηκε στις 5 Δεκεμβρίου 1945 στην Αθήνα και μεγάλωσε στα Εξάρχεια. Οι βιογραφικές αναφορές της εποχής περιγράφουν μια οικονομικά δύσκολη αλλά δεμένη οικογένεια με πέντε παιδιά, τέσσερα αγόρια και ένα κορίτσι.

Δεν μπήκε αμέσως στον κόσμο της υποκριτικής. Μετά τη στρατιωτική του θητεία γράφτηκε στη δραματική σχολή του Γιώργου Θεοδοσιάδη. Εκεί διδάχθηκε από ανθρώπους του θεάτρου όπως η Ελένη Χατζηαργύρη, ο Γρηγόρης Γρηγορίου και ο Κώστας Κροντηράς.

Οι πρώτες δεκαετίες της καριέρας του αποδεικνύουν κάτι που συχνά χάνεται όταν ένας ηθοποιός ταυτιστεί αργότερα με την τηλεόραση: ο Χατζηκουτσέλης ήταν πριν απ’ όλα άνθρωπος της σκηνής.

Συνδέθηκε επαγγελματικά για επτά περίπου χρόνια με τον Δημήτρη Ποταμίτη και στη διάρκεια της θεατρικής πορείας του βρέθηκε δίπλα σε μερικά από τα μεγαλύτερα ονόματα της εποχής, από την Αλίκη Βουγιουκλάκη και την Τζένη Καρέζη μέχρι τον Λάμπρο Κωνσταντάρα και τον Κώστα Βουτσά. Οι αναφορές στην καριέρα του περιλαμβάνουν ακόμη παραστάσεις όπως η «Γλυκιά Ίρμα», ενώ η σχέση του με το θέατρο ξεπέρασε τις τέσσερις δεκαετίες.

Η επιθεώρηση δεν ήταν απλώς δουλειά – έγραφε και ο ίδιος

Μια λιγότερο γνωστή πλευρά του είναι ότι ο Πάνος Χατζηκουτσέλης δεν περιορίστηκε στην ερμηνεία. Είχε ιδιαίτερη αγάπη για την ελληνική επιθεώρηση και έγραφε κείμενα και κωμικά νούμερα.

Η δημιουργική του συνεργασία με τον Άγγελο Πυριόχο επεκτάθηκε και στη συγγραφή. Ανάμεσα στις επιθεωρήσεις με τις οποίες συνδέθηκαν αναφέρονται τίτλοι όπως «Αθήνα 2000 με τα τέσσερα», «Βράσε ρύζι κι άσε τον Κινέζο να σφυρίζει» και άλλες παραγωγές μιας εποχής στην οποία η επιθεώρηση σχολίαζε σχεδόν σε πραγματικό χρόνο την επικαιρότητα.

Το εντυπωσιακό είναι πως δεν εγκατέλειψε τη συγγραφή ούτε όταν άρχισε να απομακρύνεται από την πρώτη γραμμή της τηλεόρασης. Ακόμη το 2017 και το 2018 συνδεόταν συγγραφικά με την επιθεώρηση μετά μουσικής «Κάλλιο Πέντε και στο Χέρι», που παρουσιάστηκε στο θέατρο «Λιθογραφείον» με την Ελένη Γερασιμίδου και τον Αντώνη Ξένο.

Ίσως αυτή να είναι μία από τις σημαντικότερες λεπτομέρειες της πορείας του: το κοινό τον έβλεπε ως χαρακτηριστικό καρατερίστα, όμως πίσω από τις ατάκες που εκφωνούσε υπήρχε ένας άνθρωπος που γνώριζε και τη διαδικασία της συγγραφής τους.

Από την ΥΕΝΕΔ μέχρι τη μεγάλη ιδιωτική τηλεόραση

Η πρώτη τηλεοπτική εμφάνισή του σε σειρά καταγράφεται το 1978 στην «Αναδυομένη» της ΥΕΝΕΔ, βασισμένη στο έργο του Γρηγορίου Ξενόπουλου. Από εκεί και μετά, η διαδρομή του απλώθηκε σε διαφορετικές εποχές της ελληνικής τηλεόρασης.

Πέρασε από παραγωγές όπως η «Λωξάντρα», η «Μαντάμ Σουσού» και «Η ζωή του Αττίκ». Στη «Μαντάμ Σουσού» έμεινε επίσης χαρακτηριστικός ως ο υπομονετικός άνθρωπος του περιβάλλοντος της ηρωίδας. Αργότερα ήρθαν το «Κανάλι της Βαγγελίτσας», το «Ντόλτσε Βίτα», το «Εμείς κι Εμείς», το «Στο Παρά Πέντε», οι «Επτά Θανάσιμες Πεθερές» και το «Safe Sex».

Η μεγάλη λαϊκή αναγνωρισιμότητα, όμως, ήρθε με το «Εκείνες κι Εγώ».

Ο κύριος Παπαπέτρου που δεν ξεχάστηκε ποτέ

Το 1996 ο Χατζηκουτσέλης βρέθηκε απέναντι στον Γιάννη Μπέζο στη σειρά «Εκείνες κι Εγώ». Ως Ιάσων Παπαπέτρου έγινε ένας από τους πλέον αναγνωρίσιμους δεύτερους χαρακτήρες της ελληνικής κωμωδίας της δεκαετίας του ’90.

Ήταν ένας ρόλος απολύτως ταιριαστός στα χαρακτηριστικά που ο ίδιος είχε καλλιεργήσει: ακρίβεια στον χρόνο της ατάκας, αντίδραση χωρίς υπερβολή, έκφραση που μπορούσε από μόνη της να δημιουργήσει κωμικό αποτέλεσμα και κυρίως η ικανότητα να λειτουργεί ως ιδανικός συμπαίκτης.

Κι όμως, ο ίδιος γνώριζε πολύ καλά τον κίνδυνο της ταύτισης ενός ηθοποιού με έναν συγκεκριμένο τύπο. Σε συνέντευξή του το 2011 έλεγε με το χαρακτηριστικό αυτοσαρκαστικό του ύφος ότι το κοινό τον είχε συνδέσει με τον τύπο του «καλού παιδιού» και πως όταν δοκίμαζε αντιπαθητικούς χαρακτήρες, οι θεατές αντιδρούσαν.

Δεν φαινόταν, πάντως, να αντιμετωπίζει την τυποποίηση με το άγχος που συχνά τη συνοδεύει. Θεωρούσε πως σε συγκεκριμένα είδη, και ιδιαίτερα στην επιθεώρηση, ένας αναγνωρίσιμος υποκριτικός τύπος μπορούσε να λειτουργήσει υπέρ του ηθοποιού.

Η άγνωστη εξομολόγηση για τα χρήματα

Πίσω από δεκαετίες δουλειάς και αμέτρητες τηλεοπτικές επαναλήψεις κρυβόταν μια οικονομική πραγματικότητα πολύ λιγότερο λαμπερή.

Στην ίδια συνέντευξη του 2011 είχε παραδεχθεί ότι δεν είχε καταφέρει να δημιουργήσει οικονομική ασφάλεια. Εξηγούσε ότι πολλές φορές επέλεγε δουλειές με μικρότερη αμοιβή επειδή θεωρούσε καλύτερο τον ρόλο ή τον θίασο. Έλεγε επίσης πως η ζωή του ηθοποιού είναι συνδεδεμένη με μόνιμη επαγγελματική ανασφάλεια.

Η εξομολόγηση αποκτά ιδιαίτερη αξία αν σκεφτεί κανείς πόσο αναγνωρίσιμο πρόσωπο είχε γίνει. Η δημοσιότητα δεν ταυτιζόταν απαραίτητα με οικονομική άνεση – και ο ίδιος δεν προσπαθούσε να δημιουργήσει διαφορετική εικόνα.

Μιλούσε για το επάγγελμά του χωρίς εξιδανίκευση: ο ηθοποιός, έλεγε ουσιαστικά, έχει λογαριασμούς, νοίκι και καθημερινές ανάγκες όπως όλοι οι άνθρωποι.

Η «καμαρινίλα» που του έλειπε όταν δεν εργαζόταν

Υπάρχει μία μικρή ιστορία που ίσως περιγράφει καλύτερα από οποιοδήποτε βιογραφικό τη σχέση του με το θέατρο.

Σε περίοδο που δεν είχε κλείσει κάποια παράσταση και έμενε κοντά στο θέατρο «Παρκ», συνήθιζε, όπως είχε αφηγηθεί ο ίδιος, να περνά τα βράδια από τα καμαρίνια συναδέλφων του απλώς για να ξαναβρεθεί στην ατμόσφαιρα του θεάτρου πριν επιστρέψει στο σπίτι του.

Για εκείνον η σκηνή δεν ήταν μία δουλειά που τελείωνε μόλις έκλειναν τα φώτα. Είχε φτάσει να χαρακτηρίζει το θέατρο τρόπο ζωής.

Μάλιστα είχε ένα ακόμη ανεκπλήρωτο θεατρικό όνειρο: ήθελε να δοκιμαστεί στον Τειρεσία των αρχαίων τραγωδιών. Η λεπτομέρεια έχει ενδιαφέρον γιατί αποκαλύπτει πόσο περιοριστική είναι η εικόΝΑ ΤΟΥ αποκλειστικά κωμικού ηθοποιού που δημιούργησε η τηλεόραση γύρω του.

Οι οικογενειακές απώλειες που τον σημάδεψαν

Ο Χατζηκουτσέλης είχε γνωρίσει από νωρίς σημαντικές απώλειες.

Σε συνέντευξή του είχε μιλήσει με μεγάλη συγκίνηση για την αδελφή του Ρούλα, με την οποία, όπως έλεγε, ήταν αχώριστοι από παιδιά. Την αποκαλούσε «μπουμπού» και παραδεχόταν ότι ο χαμός της ήταν κάτι που δεν μπορούσε να ξεπεράσει.

Η οικογένεια είχε άλλωστε στενή σχέση και με την υποκριτική. Βιογραφικές πηγές αναφέρουν ότι αδελφός του ήταν και ο ηθοποιός Γιώργος Λώζος, ο οποίος είχε φύγει από τη ζωή ήδη από το 1982.

Ο ίδιος είχε πει πως με τα χρόνια είχε χάσει πολλά από τα πολύ αγαπημένα οικογενειακά του πρόσωπα. Εκείνο που θεωρούσε μεγάλη τύχη ήταν οι φίλοι του – άνθρωποι τους οποίους μπορούσε, όπως έλεγε, να καλέσει οποιαδήποτε στιγμή γνωρίζοντας ότι θα βρεθούν δίπλα του.

Το τέλος μέσα στις πρώτες ημέρες μιας πρωτόγνωρης καραντίνας
Ο θάνατός του ήρθε στις 20 Μαρτίου 2020, ακριβώς τις ημέρες που η Ελλάδα έμπαινε στη δραματική πρώτη φάση των περιορισμών της πανδημίας.

Τέσσερις ημέρες αργότερα, στις 24 Μαρτίου, πραγματοποιήθηκε η κηδεία του στο Κοιμητήριο του Μαραθώνα. Λόγω των τότε μέτρων για τον κορωνοϊό, η τελετή έγινε παρουσία μόλις δέκα ανθρώπων.

Η ανιψιά του Άση είχε εξηγήσει ότι εκεί θα βρισκόταν κοντά σε αγαπημένους συγγενείς που είχαν ήδη φύγει από τη ζωή, ανάμεσά τους τον αδελφό του Θοδωρή και τον βαφτισιμιό του Ιωάννη-Ερμή. Στην ίδια αποχαιρετιστήρια ανάρτηση έκανε ιδιαίτερη αναφορά και στη «Ρουλίτσα» του, την αγαπημένη αδελφή που τόσο του είχε λείψει.

Ακόμη και η οικογένεια ζήτησε τότε, αντί στεφάνων και λουλουδιών, όποιος το επιθυμούσε να στηρίξει το Ταμείο Αλληλοβοηθείας του Σωματείου Ελλήνων Ηθοποιών.

Ήταν ένας αποχαιρετισμός ασυνήθιστα μικρός για έναν άνθρωπο που είχε περάσει δεκαετίες μπροστά σε γεμάτες πλατείες.

Μια βιβλιοθήκη ως τελευταία κληρονομιά

Μία από τις πιο όμορφες και ελάχιστα γνωστές πληροφορίες που διασώζονται για όσα άφησε πίσω του αφορά τα βιβλία του: η προσωπική βιβλιοθήκη του δωρίστηκε στον Δήμο Πετρούπολης.

Ίσως είναι ένα ταιριαστό τελευταίο κεφάλαιο για έναν ηθοποιό που δεν περιορίστηκε ποτέ στην τηλεοπτική αναγνωρισιμότητα.

Ο Πάνος Χατζηκουτσέλης πέρασε από τηλεόραση, κινηματογράφο και θέατρο, αλλά το μεγαλύτερο μέρος της καλλιτεχνικής του ταυτότητας χτίστηκε πάνω στη σκηνή. Έπαιξε κωμωδία, επιθεώρηση, κλασικό ρεπερτόριο, έγραψε κείμενα, συνεργάστηκε με διαφορετικές γενιές και τελικά γνώρισε εκείνο το σπάνιο είδος δημοφιλίας στο οποίο ο θεατής δεν θυμάται απλώς έναν ηθοποιό – αισθάνεται ότι θυμάται έναν γνώριμο άνθρωπο.

Και γι’ αυτό ο κύριος Παπαπέτρου εξακολουθεί να μοιάζει τόσο οικείος κάθε φορά που η παλιά σειρά επιστρέφει στις οθόνες.

Μόνο που ο πραγματικός Πάνος Χατζηκουτσέλης ήταν πολύ περισσότερα από έναν αγαπημένο τηλεοπτικό ρόλο. Ήταν ένας άνθρωπος που ξεκίνησε από μια πολυμελή οικογένεια στα Εξάρχεια, έζησε για περισσότερο από τέσσερις δεκαετίες μέσα στα θέατρα, δεν έκρυψε ποτέ τις δυσκολίες της δουλειάς του και μέχρι τα τελευταία χρόνια συνέχιζε να γράφει.

Και αυτό ίσως είναι το σημαντικότερο κομμάτι του αφιερώματος: να θυμόμαστε όχι μόνο τον άνθρωπο που μας έκανε να γελάσουμε, αλλά και τον καλλιτέχνη που βρισκόταν πίσω από το γέλιο.

Advertisement